Η Ελένη περπατούσε στο πάρκο, με τα φύλλα να στροβιλίζονται γύρω της σαν χρυσή βροχή. Κρατούσε ένα βιβλίο και σκεφτόταν πόσο ήσυχη μπορεί να είναι η μοναξιά όταν τη ντύνει το φθινόπωρο.
Ο Κώστας, φωτογράφος της πόλης, έσκυψε να μαζέψει ένα φύλλο που έπεσε μπροστά της. «Αυτό το χρώμα είναι ακριβώς όπως τα μάτια σου», της είπε χωρίς να το σκεφτεί. Εκείνη χαμογέλασε — κι έτσι άρχισε η ιστορία τους.
Οι μέρες κύλησαν με μικρές συναντήσεις: καφές κάτω από τέντες, βόλτες με ομπρέλες, φωτογραφίες με σταγόνες στο τζάμι.
Η Ελένη του μιλούσε για τα όνειρά της, εκείνος για τα φώτα της πόλης που αλλάζουν χρώμα όταν βρέχει.
Κάθε φορά που έπεφτε ένα φύλλο, εκείνος το φωτογράφιζε — κι εκείνη το κρατούσε σαν φυλαχτό.
Ένα απόγευμα, στο ίδιο πάρκο, ο Κώστας της έδειξε μια φωτογραφία: δύο σκιές κάτω από τα δέντρα, χέρι με χέρι.
«Αυτό θέλω να είμαστε», της είπε.
Η Ελένη τον κοίταξε, κι ο αέρας σήκωσε γύρω τους τα φύλλα σαν χορό.
«Είμαστε ήδη», του απάντησε.
Ο Οκτώβρης πέρασε, μα η φωτογραφία έμεινε στο γραφείο του Κώστα.
Κάθε φορά που την κοιτούσε, ένιωθε πως το φθινόπωρο δεν είναι εποχή που τελειώνει — είναι μια υπόσχεση που μένει.

Ωραίο και τρυφερό Κώστα. Καλό μήνα αυριο
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλή συνέχεια
Μια ιστορία φθινοπωρινή αγάπης με απλά λόγια! καλό μήνα Άννα!
Διαγραφή