Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγή για γρήγορη και νόστιμη ταραμοσαλάτα!



Τώρα που ξεκίνησε η σαρακοστή για όσους νηστεύουμε η 
ταραμοσαλάτα δεν λείπει από το τραπέζι μας. 
Αντικαθιστά το τυρί φέτα που δεν μπορούμε να φάμε 
λόγω νηστείας. 
Σας παρουσιάζω μια εύκολη, γρήγορη, μα νόστιμη συνταγή 
Τα υλικά που προτείνω είναι για 2 - 3 μερίδες, αν θέλουμε 
περισσότερο, απλά διπλασιάζουμε τις δόσεις των υλικών. 

Τα υλικά 

160 γραμμάρια μπαγιάτικο ψωμί χωρίς κόρα 
80 γραμμάρια λευκό ταραμά 
1 μικρό κρεμμύδι 
χυμό από 1 λεμόνι 
125 γραμμάρια ελαιόλαδο 

Εκτέλεση 

1 αφαιρούμε την κόρα και κόβουμε φέτες το ψωμί 

2 μουλιάζουμε το ψωμί σε μπολ με νερό για 5 λεπτά και το στραγγίζουμε καλά 

3 σε πολυκόφτη ρίχνουμε το ψωμί, τον ταραμά, τον χυμό από το λεμόνι και το κρεμμύδι και τα χτυπάμε μέχρι να γίνει κρέμα 

4 προσθέτουμε το ελαιόλαδο σε δόσεις μέχρι να αφρατέψει 

5 σερβίρουμε με ελαιόλαδο και ελιές και καλή απόλαυση! 






 

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Valentine's day


 Δεκαεπτά χρόνια μαζί.  

Και όμως, κάθε φορά που ο Κώστας έβλεπε την Ελένη να κατεβαίνει τα σκαλιά του σπιτιού τους, με εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να φωτίζει ολόκληρη την Αθήνα, ένιωθε την ίδια ανατριχίλα που είχε νιώσει στο πρώτο τους ραντεβού.


Εκείνο το απόγευμα είχαν αποφασίσει να πάνε για καφέ στο Θησείο — όπως έκαναν σχεδόν κάθε Σάββατο. Ήταν το μικρό τους τελετουργικό, μια υπόσχεση ότι, όσο κι αν άλλαζε η ζωή, θα κρατούσαν πάντα χώρο ο ένας για τον άλλον.


Περπατούσαν πλάι πλάι, με τον ήλιο να πέφτει πίσω από την Ακρόπολη και τον αέρα να μυρίζει γιασεμί από τις αυλές. Η Ελένη έπιασε το χέρι του Κώστα.


«Ξέρεις ότι ακόμα ανυπομονώ για αυτές τις βόλτες;» του είπε.


Ο Κώστας χαμογέλασε. «Ανυπομονώ κι εγώ. Είναι σαν να σταματάει ο χρόνος.»


Κάθισαν στο αγαπημένο τους καφέ, εκείνο με τα ξύλινα τραπεζάκια και τη θέα που έκανε τους τουρίστες να βγάζουν ασταμάτητα φωτογραφίες. Για εκείνους όμως, η θέα ήταν απλώς το φόντο. Το πραγματικό τοπίο ήταν ο άνθρωπος απέναντί τους.


Μίλησαν για τα πάντα — για τη δουλειά, για τα σχέδιά τους, για εκείνο το ταξίδι που έλεγαν να κάνουν χρόνια τώρα. Και ανάμεσα στις κουβέντες, υπήρχαν μικρές σιωπές. Όχι αμήχανες, αλλά γεμάτες οικειότητα. Σιωπές ανθρώπων που δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να νιώσουν κοντά.


Όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, σηκώθηκαν και περπάτησαν προς το Μοναστηράκι. Η μυρωδιά από τα σουβλάκια και τα κάρβουνα τους τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Βρήκαν ένα μικρό ταβερνάκι σε ένα στενάκι, εκεί όπου πήγαιναν από τότε που ήταν ακόμα στα πρώτα ραντεβού.


Παρήγγειλαν τα συνηθισμένα — γιατί μερικές συνήθειες είναι όμορφο να μένουν ίδιες. Ο Κώστας σήκωσε το ποτήρι του.


«Στα δεκαεπτά μας χρόνια» είπε.


Η Ελένη ακούμπησε το ποτήρι της στο δικό του. «Και στα επόμενα. Όσα κι αν είναι.»


Και εκεί, ανάμεσα σε φώτα, μυρωδιές και τον θόρυβο της πόλης, ένιωσαν για άλλη μια φορά αυτό που ήξεραν πάντα:  

ότι η αγάπη τους δεν ήταν απλώς μια ιστορία που ξεκίνησε πριν χρόνια.  

Ήταν μια ιστορία που συνέχιζε να γράφεται — κάθε καφέ στο Θησείο, κάθε βόλτα στο Μοναστηράκι, κάθε μέρα που διάλεγαν ο ένας τον άλλον.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ιστορία αγάπης (μυθιστόρημα)


Ο ήλιος νύσταξε. Βάρυναν τα βλέφαρά του και έγειρε απαλά τις ακτίνες του στους ώμους της θάλασσας. Η μέρα φεύγει και μαζί της παίρνει χαρές και απολαύσεις, κούραση και πίκρες. Κάθε τι... έρχεται η νύχτα απαλή σαν ροζ πέπλο γεμάτη ήχους και ευωδιές. Θα μου χαμογελάσεις και θα είναι σαν χίλιοι άγγελοι του παραδείσου να ψέλνουν το σ'αγαπώ. Θα σε πάρω αγκαλιά και όταν μεθύσω απο το άρωμά σου θα αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Όταν φιλήσω τα υπέροχα χειλάκια σου θα έχω στο στόμα μου την γεύση απο το καλύτερο γλυκό του κόσμου. Κι όταν η νύχτα αποσυρθεί και ο ήλιος ξεκούραστος αρχίσει να αγλκαλιάζει τον παράδεισό μας θα σε πάρω αγκαλιά και θα σου πω για μια ακόμη φορά, σ'αγαπώ! 

Κεφάλαιο 2 

Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα ένα αστέρι. Τυλίχτηκε γύρω απο τα δάχτυλά μου. Έπλασα με αυτό μια καρδιά φωτεινή και σου την φόρεσα στον λαιμό με μια καδένα απο γλυκά φιλιά. Με κοίταξες στα μάτια πάντα το κάνεις αυτό... σαν να περιμένεις κάτι να ακούσεις απο μένα, σαν να έχεις κάτι να μου πεις. Όταν μιλάει η καρδιά η λογική σωπαίνει και ο νους χορεύει στους χτύπους της καρδιάς. Δεν έχει σημασία τι είναι σωστό, τι πρέπει αυτή την ώρα. Σημασία έχει αυτή η ώρα που σε έχω δίπλα μου. Τα μάτια αγναντεύουν στον ουρανό και τα χείλη μου ψιθυρίζουν προσευχή στον Θεό, ευχαριστώ που σε γνώρισα, σ'αγαπώ! 

                                Αφιερωμένο στην γυναίκα μου! 


 

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Το θαύμα των Χριστουγέννων (Χριστουγεννιάτικο διήγημα)


Ο μπάρμπα Γιώργης ξύπνησε νωρίς νωρίς όπως κάθε μέρα άλλωστε. Σήμερα όμως ήταν μια άλλη μέρα, διαφορετική. Κατάλευκη και παγωμένη. Τα πάντα τριγύρω ντυμένα στα λευκά, σαν να φόρεσε η φύση τα καλά της ρούχα για να υποδεχθεί τα Χριστούγεννα. Το τζάκι έκαιγε όλη νύχτα και τώρα το πρωί άρχισε να χαμηλώνει η φωτιά. Ο ήλιος δεν είχε σκοπό να βγει οπότε ο μπάρμπα Γιώργης έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Η κυρά Γιώργαινα είχε σηκωθεί πολύ νωρίτερα και καταπιάστηκε να φτιάσει το Χριστόψωμο, μιας και αύριο Χριστούγεννα θα το έκοβαν στο τραπέζι μαζί με τα άλλα καλούδια που θα ετοίμαζε. Τα κάλαντα ακόμη δεν είχαν ακουστεί μιας και όλο το χωριό ήταν ντυμένο στο χιόνι. Η αγωνία κυριαρχούσε στα παιδικά προσωπάκια και τα δάχτυλά τους κρατούσαν σφιχτά τα τρίγωνα για τα κάλαντα. Όλοι ήλπιζαν σε ένα θαύμα, ένα Χριστουγεννιάτικο θαύμα. Μα τι θα γίνει, δεν θα ακουστούν φέτος κάλαντα, στην εκκλησιά πως θα πάμε; βοήθα Παναγιά μου! και το θαύμα δεν άργησε να γίνει. Ένας μεγάλος λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε και με το ζεστό χαμόγελό του άρχισε να λειώνει το χιόνι.

Τα παιδιά έτρεξαν στους δρόμους και τα κάλαντα ακούστηκαν από άκρη σε άκρη σε όλο το χωριό.


Καλά Χριστούγεννα!