Κυριακή 19 Απριλίου 2026
Ήρθαν τα χελιδόνια (συμμετοχή στο δρώμενο της Αριστέας)
Κυριακή 5 Απριλίου 2026
Πάσχα στο χωριό
Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει πάνω από το βουνό, κι ένα απαλό φως χρυσίζει τις κεραμοσκεπές του χωριού. Ήταν Μεγάλο Σάββατο, κι όλο το μέρος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Οι άνθρωποι περπατούσαν πιο σιγά, μιλούσαν πιο χαμηλά, λες και δεν ήθελαν να ταράξουν την ιερή σιωπή.
Στην αυλή της γιαγιάς Φωτεινής, η φωτιά στο μεγάλο καζάνι έκαιγε από νωρίς. Τα κόκκινα αυγά έβραζαν μέσα στη μπογιά, κι η γιαγιά τα γυάλιζε με λάδι, ένα-ένα, σαν να ήταν μικροί θησαυροί. Ο μικρός Μανώλης στεκόταν δίπλα της, ανυπόμονος.
«Γιαγιά, πότε θα πάμε στην εκκλησία;»
«Όταν σκοτεινιάσει, παιδάκι μου. Η Ανάσταση θέλει νύχτα για να φανεί το φως της.»
Στο χωριό, η μέρα κυλούσε με τον δικό της ρυθμό. Οι γυναίκες ετοίμαζαν τις κουλούρες και τα τσουρέκια, οι άντρες έστηναν τις σούβλες για την επόμενη μέρα, κι οι γειτονιές μοσχοβολούσαν από μαστίχα, πορτοκάλι και ξύλο που έκαιγε.
Το βράδυ, η εκκλησία γέμισε από κόσμο. Οι καμπάνες χτυπούσαν αργά, βαθιά, σαν να έβγαιναν από τα σπλάχνα της γης. Ο παπάς βγήκε με το Άγιο Φως, κι όλοι άπλωσαν τα κεριά τους. Το φως περνούσε από χέρι σε χέρι, από πρόσωπο σε πρόσωπο, κι έμοιαζε σαν να άναβε κάτι μέσα τους, μια ελπίδα, μια ανάμνηση, μια υπόσχεση.
«Χριστός Ανέστη!»
«Αληθώς Ανέστη!»
Οι φωνές αντήχησαν στο χωριό, κι αμέσως μετά άρχισαν τα γέλια, οι αγκαλιές, τα τσουγκρίσματα. Ο Μανώλης έτρεξε στη γιαγιά του με το κερί του αναμμένο.
«Δεν το άφησα να σβήσει!» είπε περήφανα.
«Έτσι μπράβο, παιδί μου. Να κρατάς πάντα το φως.»
Τη νύχτα εκείνη, το χωριό έλαμπε. Από τα σπίτια έβγαινε μυρωδιά από μαγειρίτσα, από τα σοκάκια ακούγονταν τραγούδια, κι ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια — σαν να συμμετείχαν κι αυτά στη γιορτή.
Το επόμενο πρωί, η αυλή γέμισε με φωνές. Οι άντρες γύριζαν το αρνί, οι γυναίκες έφερναν πιάτα με μεζέδες, τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλυτα στο χώμα. Ήταν μια μέρα που όλοι ένιωθαν πιο ανάλαφροι, πιο κοντά ο ένας στον άλλον.
Κι ο Μανώλης, καθισμένος δίπλα στη γιαγιά του, σκεφτόταν πως ίσως αυτό να ήταν το πραγματικό θαύμα της Λαμπρής: ότι για μια στιγμή, όλοι θυμούνταν τι σημαίνει να είσαι μαζί.
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026
Άνοιξη (συμμετοχή στο δρώμενο της Airis)
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
Kostas Ex project - Το πρώτο μου προσωπικό album
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
Συνταγή για γρήγορη και νόστιμη ταραμοσαλάτα!
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026
Valentine's day
Δεκαεπτά χρόνια μαζί.
Και όμως, κάθε φορά που ο Κώστας έβλεπε την Ελένη να κατεβαίνει τα σκαλιά του σπιτιού τους, με εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να φωτίζει ολόκληρη την Αθήνα, ένιωθε την ίδια ανατριχίλα που είχε νιώσει στο πρώτο τους ραντεβού.
Εκείνο το απόγευμα είχαν αποφασίσει να πάνε για καφέ στο Θησείο — όπως έκαναν σχεδόν κάθε Σάββατο. Ήταν το μικρό τους τελετουργικό, μια υπόσχεση ότι, όσο κι αν άλλαζε η ζωή, θα κρατούσαν πάντα χώρο ο ένας για τον άλλον.
Περπατούσαν πλάι πλάι, με τον ήλιο να πέφτει πίσω από την Ακρόπολη και τον αέρα να μυρίζει γιασεμί από τις αυλές. Η Ελένη έπιασε το χέρι του Κώστα.
«Ξέρεις ότι ακόμα ανυπομονώ για αυτές τις βόλτες;» του είπε.
Ο Κώστας χαμογέλασε. «Ανυπομονώ κι εγώ. Είναι σαν να σταματάει ο χρόνος.»
Κάθισαν στο αγαπημένο τους καφέ, εκείνο με τα ξύλινα τραπεζάκια και τη θέα που έκανε τους τουρίστες να βγάζουν ασταμάτητα φωτογραφίες. Για εκείνους όμως, η θέα ήταν απλώς το φόντο. Το πραγματικό τοπίο ήταν ο άνθρωπος απέναντί τους.
Μίλησαν για τα πάντα — για τη δουλειά, για τα σχέδιά τους, για εκείνο το ταξίδι που έλεγαν να κάνουν χρόνια τώρα. Και ανάμεσα στις κουβέντες, υπήρχαν μικρές σιωπές. Όχι αμήχανες, αλλά γεμάτες οικειότητα. Σιωπές ανθρώπων που δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να νιώσουν κοντά.
Όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, σηκώθηκαν και περπάτησαν προς το Μοναστηράκι. Η μυρωδιά από τα σουβλάκια και τα κάρβουνα τους τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Βρήκαν ένα μικρό ταβερνάκι σε ένα στενάκι, εκεί όπου πήγαιναν από τότε που ήταν ακόμα στα πρώτα ραντεβού.
Παρήγγειλαν τα συνηθισμένα — γιατί μερικές συνήθειες είναι όμορφο να μένουν ίδιες. Ο Κώστας σήκωσε το ποτήρι του.
«Στα δεκαεπτά μας χρόνια» είπε.
Η Ελένη ακούμπησε το ποτήρι της στο δικό του. «Και στα επόμενα. Όσα κι αν είναι.»
Και εκεί, ανάμεσα σε φώτα, μυρωδιές και τον θόρυβο της πόλης, ένιωσαν για άλλη μια φορά αυτό που ήξεραν πάντα:
ότι η αγάπη τους δεν ήταν απλώς μια ιστορία που ξεκίνησε πριν χρόνια.
Ήταν μια ιστορία που συνέχιζε να γράφεται — κάθε καφέ στο Θησείο, κάθε βόλτα στο Μοναστηράκι, κάθε μέρα που διάλεγαν ο ένας τον άλλον.
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Ιστορία αγάπης (μυθιστόρημα)
Ο ήλιος νύσταξε. Βάρυναν τα βλέφαρά του και έγειρε απαλά τις ακτίνες του στους ώμους της θάλασσας. Η μέρα φεύγει και μαζί της παίρνει χαρές και απολαύσεις, κούραση και πίκρες. Κάθε τι... έρχεται η νύχτα απαλή σαν ροζ πέπλο γεμάτη ήχους και ευωδιές. Θα μου χαμογελάσεις και θα είναι σαν χίλιοι άγγελοι του παραδείσου να ψέλνουν το σ'αγαπώ. Θα σε πάρω αγκαλιά και όταν μεθύσω απο το άρωμά σου θα αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Όταν φιλήσω τα υπέροχα χειλάκια σου θα έχω στο στόμα μου την γεύση απο το καλύτερο γλυκό του κόσμου. Κι όταν η νύχτα αποσυρθεί και ο ήλιος ξεκούραστος αρχίσει να αγλκαλιάζει τον παράδεισό μας θα σε πάρω αγκαλιά και θα σου πω για μια ακόμη φορά, σ'αγαπώ!
Κεφάλαιο 2

%20(1).gif)

.gif)


